Τετάρτη, 21 Μαΐου 2014

3 χαϊκού του Νίκου

Άσε το σώμα,
πιάσε το Μυαλό
μαθέ να νιώθεις.


Ο κόσμος γύρω,
σε ποτίζει με σπόρους
μην τους ποτίζεις.

Βρέχει ιδέες.
Η χαρά καταρράκτης.....
Παίρνεις Ομπρέλα.

Νίκος Κουναλάκης

Κυριακή, 18 Μαΐου 2014

Η μυρωδιά της κληρονομικότητας

     Γωνία Χορτατσών και αρχή Α. Παπανδρέου βρισκόταν το σπίτι της κυρίας Μυρτώ με έναν πανέμορφο κήπο που δεν ταίριαζε στην πόλη. Η κυρία Μυρτώ ήταν μια μεγάλη γυναίκα, μοναχική και πολύ οξύθυμη.  Σαν ήμουν παιδί πάντα την θυμάμαι να μας φωνάζει άλλοτε και άλλοτε να μας μαλώνει. Καθώς ποτέ της δεν απέκτησε δικό της παιδί, νομίζαμε τότε ότι απλά ήθελε να εκτονώνεται πάνω μας. Και φυσικά "μην πειράξει ποτέ κανείς τον κήπο της", γιατί κινδύνευε να κάνει μαραθώνιο για να ξεφύγει. Ούτε με τους μεγαλύτερούς μας είχε ποτέ καλές σχέσεις. Όλο γκρίνιαζε για τα σκουπίδια που πετούσαν έξω από τον κάδο, την άλλη έβρισκε αφορμή από μία φασαρία να αρχίσει να μας "τα σούρει" και φυσικά δεν τολμούσαμε την μουσική να δυναμώσουμε, διότι ήταν ικανή να φέρει τα πάνω κάτω.  
     Αυτή ήταν η κυρία Μυρτώ για πολλά χρόνια, ώσπου συνέβη το απρόοπτο. Ήταν Δευτέρα πρωί και όπως κάθε καθημερινή οι γονείς μου έφευγαν νωρίς από το σπίτι για να πάνε στη δουλειά τους. Έτσι λοιπόν και εκείνη τη Δευτέρα οι γονείς μου έφυγαν νωρίς χωρίς καν να προλάβουν να με ξυπνήσουν για το σχολειό. Αρχικά ήταν όλα συνηθισμένα και καλά, τίποτα δεν φανέρωνε αυτό που επρόκειτο να συμβεί. Σαν τελείωσα το σχολείο, είδα το πρώτο σημάδι: η κυρία Μυρτώ έξω από το σχολείο να με περιμένει. Απόρησα για την παρουσία της στο σχολείο αλλά και για την παρουσία και άλλων γειτόνων εκεί. Όλοι τους είχαν ένα βλέμμα συμπονετικό και λυπητερό ταυτόχρονα, και πριν καν προλάβω να φτάσω στην είσοδο με πλησίασε η κυρία Μυρτώ λέγοντάς μου:
      - Αγόρι μου, λυπάμαι αλλά πρέπει να φανείς δυνατός.
     Αυτό ήταν, έχασα τη γη κάτω από τα πόδια μου, δεν ήξερα πού πατούσα και πού πήγαινα, κόντεψα να λιποθυμήσω στο προαύλιο του σχολείου, γιατί κατάλαβα αυτό που εύχομαι πολλές φορές να μην είχα καταλάβει ποτέ μου. Οι γονείς μου δεν ζούσαν πλέον λόγω ενός τροχαίου δυστυχήματος. Δεν ξέρω πώς ακριβώς να ονομάσω κείνα τα συναισθήματα. Ο πόνος είναι λίγος, η θλίψη ατελής, μάλλον θα το ονομάσω ψυχικό άδειασμα. Μάλιστα. Ψυχικό άδειασμα, γιατί δεν ένιωθα απολύτως τίποτα. Ήθελα να κλάψω και δεν μπορούσα, ήθελα να θρηνήσω και δεν είχα την δύναμη, ήθελα να τους αγκαλιάσω μα πλέον δεν μπορούσα. Οι μέρες αυτές έμειναν ανεξίτηλες στην μνήμη μου και μου πήρε χρόνο να συνέλθω.
     Το μετά ήταν ακόμα πιο δύσκολο. Οι πληγές ακόμα δεν είχαν κλείσει και έπρεπε μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα να έρθω αντιμέτωπος με δύσκολες αποφάσεις. Μια ζωή σε Ιδρύματα με περίμενε, το ορφανοτροφείο πίστευαν σχεδόν οι πάντες ότι θα είναι το πιο κατάλληλο νέο μου σπίτι. Ε, τότε παρενέβη εκείνη, εκείνη που πάντα γκρίνιαζε για τους πάντες, παρενέβη να διαφωνήσει και να μου προσφέρει μια καινούργια ελπίδα, μια καινούργια ζωή. Όχι μόνο δεν με εγκατέλειψε αλλά αντίθετα μου πρόσφερε μια ηλιαχτίδα στον σκοτεινό μου ουρανό.
     Οι πρώτες μέρες ήταν δύσκολες και οι πληγές πονούσαν ακόμα πολύ, μα εκείνη επέμενε τον κήπο της να μου γνωρίσει. Χωρίς διάθεση και όρεξη αλλά περισσότερο σαν εξαναγκασμός σηκώθηκα από το βαθύ μου ύπνο την θέληση της να πράξω. Ο κήπος της ήταν εντυπωσιακός από την μια του την γωνία έως την άλλη. Άρχισε να μου δείχνει πώς να φροντίζω το κάθε φυτό ξεχωριστά και να μου τονίζει ότι το καθένα χρειάζεται αγάπη για να μεγαλώσει και όταν θα μεγαλώσει θα σου προσφέρει και αυτό αγάπη. Χωρίς να το περιμένω άρχισαν οι πληγές να επουλώνονται και ο κήπος έγινε ο αγαπημένος προορισμός μου. Πέρασα πολλές ώρες στον κήπο προσφέροντας αγάπη και παίρνοντας ταυτόχρονα.
   Ύστερα από πολλά χρόνια ήρθε ο αποχωρισμός. Είχα την τύχη να γνωρίσω ένα ακόμα λουλούδι που ομορφαίνει την ζωή μου, την Τριανταφυλλιά την γυναίκα της ζωής μου. Γνωριστήκαμε ξαφνικά και ερωτευτήκαμε. Κεραυνοβόλος που λένε. Ήταν 22 και εγώ 24, όμως αυτό δεν μας εμπόδισε να παντρευτούμε μετά από ένα μήνα γνωριμίας. Η κυρία Μυρτώ δεν ήθελε το σπίτι της να αποχωριστεί μα ιδιαίτερα τον κήπο της και το σπίτι αδύνατον να μας φιλοξενήσει. Έτσι ήρθε ο αποχωρισμός, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι εγκατέλειψε ο ένας τον άλλο, καθώς για να ομολογήσω την αλήθεια της απέδιδα μητρικά χαρακτηριστικά και για αυτό και της απέδιδα και μητρική αγάπη.
     Μετά από χρόνια ή γυναίκα μου ήταν έγκυος στη μονάκριβη κόρη μου. Και πριν καν καταλάβουμε πότε πέρασαν οι εννιά μήνες εκείνο το βράδυ ήταν έτοιμη να γεννήσει. Χαρούμενος από αυτό το γεγονός έτρεξα στης κυρίας Μυρτώς να της ανακοινώσω τα ευχάριστα. Μπαίνοντας στην είσοδο του κήπου, παρατήρησα ότι τα λουλούδια, τα τριαντάφυλλα είχαν για πρώτη φορά μαραθεί. Πράγμα παράξενο σκέφτηκα, γιατί στα 32 χρόνια ζωής μου δεν τα είχα ξαναδεί σε τόσο άσχημη κατάσταση. Άφησα της σκέψεις μου να περιμένουν και οδοιπόρησα προς την είσοδο του σπιτιού. Με το που εισήλθα στο σπίτι την είδα άρρωστη, ταλαιπωρημένη και παράλληλα ξαπλωμένη στον καναπέ του σαλονιού. Φαινόταν ότι δεν ήταν καλά. Με το που με είδε, έκανε νόημα δίπλα της να καθίσω. " Άκουσέ με", μου είπε. "Ήρθε η ώρα να φύγω", συμπλήρωσε βυθίζοντάς με στη θλίψη γιατί ένιωθα ότι ήξερε τι έλεγε. Μες στη θλίψη και την στεναχώρια ξέχασα να της πω τα ευχάριστα. Βγαίνοντας από το σπίτι συνειδητοποίησα  για ποιο λόγο είχαν μαραθεί τα φυτά του κήπου. Σαν καλοί φίλοι της τόσα χρόνια, συμπονούσαν μαζί της και έδειχναν την πρόθεση τους να την ακολουθήσουν. 
     Χαρά ή θλίψη, δεν ήξερα τι να αισθανθώ το επόμενο πρωί. Η ανατολή του ηλίου με βρήκε με την κόρη μου αγκαλιά, μα η κυρία Μυρτώ μάς είχε εγκαταλείψει. Από την μία ήμουν πανευτυχής για την γέννηση της κόρης μου αλλά από την άλλη ένιωθα θλίψη για την απουσία μιας γυναίκας που αγάπησα σαν μητέρα μου. Έτσι, χωρίς να το σκεφτώ, ονόμασα την κόρη μου Μυρτώ. Η δύναμη της κληρονομικότητας. Μετά από μια δεκαριά μέρες, καθώς η κόρη μου μεγάλωσε αρκετά, θέλησα το πρώτο μέρος που θα συναντήσει στην ζωή της να είναι το σπίτι όπου μεγάλωσα. Επισκεφτήκαμε, λοιπόν, το σπίτι και χωρίς να το περιμένω είδαμε τα λουλούδια να έχουν ξανανθίσει και να μοσχοβολούν από απόσταση. Φαίνεται πως η κυρία Μυρτώ συμφωνούσε και χαιρόταν για τον ερχομό της δικιάς μου Μυρτώς. Σκέφτηκα  πως  της χάρισε τη δύναμή της και την ικανότητά της με τα φυτά. Ή μάλλον τα ίδια τα φυτά ένιωσαν τον ερχομό της νέας τους Μυρτώς και για να της δείξουν την αγάπη τους άνθησαν. Όπως και να είχε, η Μυρτώ μου απέκτησε την δύναμη της κυρίας Μυρτώς και έμαθε τον κήπο να φροντίζει μα πάνω από όλα να προσφέρει αγάπη σε κάθε φυτό ξεχωριστά και όπως ισχυρίζονται πολλοί η δύναμη και η μυρωδιά της "κληρονομικότητας" ξεχειλίζουν από την Μυρτώ μου. 
     Τελικά αυτή η δύναμη ήταν αρκετά ισχυρή υπερνικώντας την δύναμη της πραγματικότητας. 

Παρασκευή, 16 Μαΐου 2014

Όνειρο

" Χαρτί ονείρων το μαξιλάρι
μου απόψε μα η αγάπη
ξεχνά τις σκέψεις μου
να σβήσει. "


Σοφία Τσαγκαράκη

Πέμπτη, 15 Μαΐου 2014

Κατάμαυρο μηχανάκι ; Κακή ιδέα

     "Ρε συ, δεν αντέχω άλλο την μάνα μου, πραγματικά!" Αυτή είναι η Ζωή, μία έφηβη πανέμορφη κοπέλα που πάει δευτέρα Λυκείου. Όπως καταλάβατε, δεν έχει και τις καλύτερες σχέσεις με την μητέρα της, γιατί όπως οι περισσότερες μανάδες, λένε στα παιδιά τους την συγκεκριμένη φράση: "Πήγαινε να διαβάσεις!".
     Α! Δεν σας συστήθηκα, εγώ είμαι ο Γιάννης, ο αδελφός της Ζωής και ο γιος της κ. Αφρούλας, της μητέρας μας φυσικά. Όπως σας έλεγα, λοιπόν, είναι δύο αντίθετοι χαρακτήρες και έχουν αντίθετες απόψεις και αυτό τις περισσότερες φορές δημιουργεί συγκρούσεις στο σπίτι. Και αν με ρωτούσατε ποιος έχει δίκιο θα σας έλεγα και φυσικά η Ζωή. "Τις περισσότερες φορές οι μεγαλύτεροι δεν μας καταλαβαίνουν. Αυτό ισχύει σε όλα τα θέματα. Δεν μπορούν να καταλάβουν ότι εκτός από το διάβασμα έχουμε και άλλες ασχολίες και ενδιαφέροντα!". Αυτά είναι τα λόγια της Ζωής περί αυτού του θέματος. "Το πιο περίεργο και το πιο εκνευριστικό είναι ότι και να τους τα λες και να μην τους τα λες, το ίδιο κάνει! Από το ένα αυτί μπαίνει και από το άλλο βγαίνει!!!" Σε αυτό θα συμφωνήσω πάλι με την Ζωή! 
     Ο μεγαλύτερος τσακωμός που έγινε, όμως, ήταν την περασμένη εβδομάδα που η Ζωή ανακοίνωσε στην μητέρα μας ότι θέλει να αγοράσει ένα κατάμαυρο μηχανάκι. Εκείνη την στιγμή η μητέρα πήρε ένα ύφος σαν να είχε χάσει ο Ολυμπιακός το πρωτάθλημα!!! "Μαμά σε παρακαλώ μην φωνάξεις, γιατί θα έχεις άδικο ό,τι και να πεις! Είμαι δεκαέξι χρονών!" είπε η Ζωή και η μητέρα μας απάντησε "ΌΧΙ! Αποκλείεται!". Η Ζώη με την σειρά της την ρώτησε "Μα γιατί ;" Η κ.Αφρούλα "τα 'χε πάρει" και της είπε: "Ζωή! Δεν είσαι ακόμα ώριμη για να οδηγάς μηχανάκι! ". Η Ζωή της αποκρίθηκε: "Α! Δεν με εμπιστεύεσαι, έτσι;" Και οι δυο σιωπούσαν για αρκετή ώρα.Έπειτα, η Ζωή θυμωμένη καθώς ήταν, μπήκε στο δωμάτιο και της έκλεισε την πόρτα με όλη της την δύναμη. Η μητέρα μου λυπημένη προσπάθησε να της αλλάξει γνώμη  αλλά ήταν μάταιο.
     Το επόμενο πρωί η Ζωή ξεκίνησε για το σχολείο κι εγώ αποφάσισα να μιλήσω στην μητέρα μου για την αδερφή μου. "Η Ζωή είναι νέα και θέλει να κάνει και να έχει ό,τι κάνουν και έχουν τα υπόλοιπα κορίτσια στην ηλικία της." Η μητέρα μου αποκρίθηκε "Α! Ναι! Και τι είναι ρε συ Γιάννη το μηχανάκι, μαγκιά; Ο κάθε άνθρωπος έχει μοναδική προσωπικότητα! Και στην τελική, η Ζωή είναι μικρή ακόμα!"  Εγώ με την σειρά μου της είπα: "Η Ζωή δεν είναι πια μωρό, μαμά ! Έχει και αγόρι .....πιθανόν! " η μαμά μου αναστατώθηκε. "Τι έχει λέει; Άπαπα! και δεν μου είπε τίποτα;" Ήθελε και αυτή να τα ακούσει. "Αφού ρε μαμά ξέρει ότι θα είσαι αντίθετη σε αυτό! Γιατί να στο πει; Για να της φωνάζεις; "Η μητέρα μου δεν απάντησε και κάθισε στο τραπέζι. Εγώ με την σειρά μου ξεκίνησα για το σχολείο.
     Το μεσημέρι που γύρισα μαζί με την Ζωή στο σπίτι και η μητέρα μου ήθελε να μιλήσει ιδιαιτέρως μαζί της, παρόλο που δεν άκουγα τι είπαν, ένα ήταν το καλό ότι στο τέλος αγκαλιάστηκαν. Από τον θάνατο του πατέρα μου και μετά είχαν να αγκαλιαστούν. Μόλις τελείωσαν, έτρεξα και ρώτησα τη Ζωή τι είπαν και μου απάντησε: "Όλα καλά ! Μου είπε ότι έχω δίκιο και τέτοια ! Αλλά δεν ξέρω αν πραγματικά άλλαξε η μαμά!!" Κι εγώ της απάντησα: "Πιθανόν να άλλαξε απότομα!" Κι αυτή μου αποκρίθηκε. "Ρε, μέχρι που μου είπε ότι θέλει να γνωρίσει τον Χρήστο από κοντά ! " Για να μην σας τα τα πολυλογώ, την επόμενη ημέρα γυρίζει από το σχολείο με το αγόρι της και βλέπει στην αυλή του σπιτιού μας ένα κατάμαυρο μηχανάκι ολόδικό της ......δεν γίνεται να μην κάνω σχόλιο ...Α! την ............ ! Δεν θα πάω εγώ δευτέρα Λυκείου ...δεν θα πάω...!

To ημερολόγιο της αλήθειας


Ξημέρωσε Παρασκευή, ο ήλιος λάμπει κι εκείνη... εκείνη τι; Γιατί εξαφανίστηκε έτσι; Δίχως ένα αντίο, μια αγκαλιά, ένα χαμόγελο; Γιατί; Μόνο ένα σημείωμα στο ξύλινο τραπέζι, όσες φόρες κι αν το διαβάσω, πιο πολύ με πονάει! Χτυπάει η πόρτα όμως δεν είχα την δύναμη να περπατήσω ως εκεί. Ποιος χτυπάει τόσο επίμονα; - Οκ ! Οκ ! Έρχομαι, έρχομαι ντε! 
Άνοιξα την βαριά,ξύλινη πόρτα. Την είδα, ήταν εκεί με μάτια πρησμένα από το κλάμα. Ας με τσιμπήσει κάποιος να δω πως δεν είναι ψέματα. Τα γαλάζια της μάτια ήταν κόκκινα. Σιωπούσε. Γιατί σιωπούσε;  "Πες κάτι μη με τρελαίνεις, μίλα!", της είπα και δάκρυσε.Ένα ξερό συγγνώμη είπε και ξανααπλώθηκε η βουβαμάρα στο μικρό δωμάτιο. Δεν μπορούσα να καταλάβω γιατί είναι εδώ ξανά, αφού στο σημείωμα το είπε καθαρά πως δεν θα ξαναγυρίσει. Είπαμε πολλά, μιλούσαμε για ώρες. Τι είπαμε;! Η αλήθεια είναι πως δεν κατάλαβα πολλά, μονάχα πως, λέει, έκανε λάθος. Τι λάθος; Αφού είπε πως το είχε σκεφτεί καλά και είχε πάρει την απόφαση της. Δεν την καταλαβαίνω. Βασικά ... ποτέ δεν κατάλαβα!
Με κοίταξε στα μάτια και μέσα από τα δόντια της ξεφώνισε "Πάμε μια βόλτα;"  "Τι λες;", της αποκρίθηκα. "Βρέχει έξω, κάνει κατακλυσμό κι εσύ ... " "Δεν με νοιάζει", με διέκοψε. "Θέλω να βγω μια τελευταία βόλτα ". Αυτό το "τελευταία" δεν το κατάλαβα αλλά δεν αρνήθηκα. Φαινόταν πως "τα 'χε πάρει" για τα καλά. 
Πήγαμε στην παραλία και στο αλσάκι δίπλα από το πάρκο που γνωριστήκαμε. 'Χρόνια είχα να ρθω εδώ", μου είπε "Ωραία το φτιάξανε, κοίτα τις πάπιες στη λιμνούλα, τα παγκάκια κάτω από τα δέντρα! Όλα είναι υπέροχα !!" συμπλήρωσε. "Σαν μικρό παιδί κάνει", σκέφτηκα. Μα γιατί όλα είναι τόσο περίεργα; Η αλήθεια είναι πως πάντα ήταν μικρό παιδί η Καιτούλα, δεν άλλαξε ποτέ, για αυτό την αγαπούσαν όλοι! Αυτό πίστευα μέχρι την στιγμή που μου τα είπε όλα! 
 "Δεν είναι δυνατόν! " φώναξα, "έλεγε πως σ'αγαπούσε και στο κάτω κάτω αδελφός σου είναι, δεν μπορεί να στο κάνει αυτό! " "Βλέπεις τώρα γιατί το σημείωμα στο τραπεζάκι;" μου είπε ."Δεν το χωράει ο νους μου !", είπα αυτή τη φορά αλλά πιο ήρεμα γιατί φαίνεται πως την είχα τρομάξει. Την αγκάλιασα και προχωρούσαμε.Της είπα πως θα την προσέχω και ότι κανείς δεν θα της κάνει κακό! Της το ορκίστηκα. 
Φτάσαμε επιτέλους σπίτι, ένας περίεργος άνδρας στέκει απ' έξω απ' την πόρτα της πολυκατοικίας. Κάτι μου θυμίζει ..μα τι; Πλησιάζουμε, βγάζει κάτι από την τσέπη του "Είναι όπλο!!" "Τρέξε Καίτη, τρέξε!!". Ένας αδύνατος κρότος ακούστηκε. Γυρίζω πίσω μου εκείνος πουθενά, εκείνη την βρήκε η σφαίρα. Γιατί; Γιατί σε εκείνη; Γιατί αυτή και όχι εγώ; Μου το 'χε πει πως ...τώρα ξεκαθαρίζουν όλα! Τώρα καταλαβαίνω ποιος ήταν εκείνος! Ήταν ο αδερφός της που πραγματοποίησε την απειλή του. Και η δική μου υπόσχεση; Πού πήγε η υπόσχεση πως θα την προστατέψω; 
Το ποτό μου τελειώνει.Έτσι γρήγορα τελείωσε και η ζωή μου χωρίς αυτή! Τριάντα χρόνια πέρασαν από τότε και δεν έχει βγει απ΄το μυαλό μου ούτε λεπτό. Ήρθε η ώρα λοιπόν να πάω να την συναντήσω, μεγάλωσα αρκετά, νομίζω. Αντίο αγαπημένο μου ημερολόγιο! Πάω να βρω την αγαπημένη μου! Μα να, δυο άγγελοι ήρθαν να με πάρουν "Μισό λεπτό, να γράψω την τελευταία μου φράση ", τους είπα. Αντίο αγαπημένο μου ημερολόγιο. Αντίο για πάντα! 

Τρίτη, 13 Μαΐου 2014

O τολμών νικά


     Ο Γιάννης ήταν ένας συνηθισμένος έφηβος, δηλαδή το πρωί πήγαινε σχολείο, το μεσημέρι γερμανικά και το απόγευμα κολυμβητήριο. Εκείνη την περίοδο είχε σταματήσει τα αγγλικά, γιατί περίμενε τα αποτελέσματα των εξετάσεων.
     Πριν λίγο καιρό είχε ανακοινωθεί από την Κολυμβητική Ομοσπονδία Ελλάδος ότι οι Πανελλήνιοι αγώνες νοτίου Ελλάδος θα γινόταν από την Παρασκευή 14 μέχρι την Κυριακή 16 Φεβρουαρίου στην Αθήνα και οι εξετάσεις γερμανικών στις 15 Φεβρουάριου στο Ηράκλειο. Εκείνος δεν ήξερε τι να κάνει. Να μην λάβει μέρος στους αγώνες ή στις εξετάσεις; Ήταν όχι μόνο οργισμένος με όλες τις αποφάσεις, αλλά και απεγνωσμένος γιατί δεν ήξερε τι να κάνει. Ευτυχώς το πρόγραμμα των αγώνων ήταν λίγο-πολύ βολικό. Το καλύτερο του αγώνισμα ήταν, 50μ πρόσθιο, ήταν την Παρασκευή 14, ενώ οι εξετάσεις το Σάββατο 15. Έτσι, σκέφτηκε να πάρει μέρος και στους αγώνες και στις εξετάσεις χωρίς να τον νοιάζουν οι συνέπειες, ελπίζοντας σε κάποιο θαύμα.
     Επίσης, η τάξη του στο σχολείο θα πήγαινε εκδρομή εκείνο το τριήμερο στα Χανιά και αυτό ήταν άλλο ένα θετικό, γιατί δε θα έχανε μάθημα. Το δικό του πρόγραμμα για το διήμερο ήταν να ξυπνήσει 5 η ώρα το πρωί, να πέσει στους αγώνες, να γυρίσει πίσω στον Άγιο Νικόλαο κατά τις11 το βράδυ την ίδια μέρα και την επομένη να ξανάπαει στο Ηράκλειο για να δώσει εξετάσεις γερμανικών. Το πρόγραμμα ήταν πιο κουραστικό απ’ ό,τι φαινόταν και χρονοβόρο. Τουλάχιστον θα έβλεπε και κάποιους φίλους του που είχαν ταξιδέψει κι αυτοί στην Αθήνα για αγώνες.
     Όταν έφτασε 5 το πρωί, ακούστηκε από το κινητό του το «gonna fly now» από την ταινία Rocky. Παρ’ όλο που δεν είχε ξημερώσει ακόμα, ο Γιάννης ένιωθε έτοιμος για όλα. Το ταξίδι μέχρι το αεροδρόμιο ήταν ήσυχο και σύντομο, γιατί ποιος τρελός θα οδηγούσε τέτοια ώρα! Ακόμα και το αεροδρόμιο ήταν σχεδόν άδειο. Στο αεροπλάνο, μόλις έκλεισαν οι πόρτες υπήρχαν κενές θέσεις παρ’ όλο που ο πατέρας του είχε κλείσει τα δυο τελευταία εισιτήρια. Μέσα υπήρχαν τρεις Γερμανοί μόνο που ήταν λίγο μακριά απ’ αυτόν και δεν καταλάβαινε πολλά  απ’ όσα έλεγαν. Στο τέλος κατάλαβε ότι θα έπαιρναν το αεροπλάνο για Φρανκφούρτη. Μόλις έφτασαν στο «Ελευθέριος Βενιζέλος» βγήκε ο ήλιος και το τοπίο φωτίστηκε ακόμα περισσότερο. Ο πατέρας του πρότεινε να πάρουν το λεωφορείο για να φτάσουν όπου διέμενε η υπόλοιπη ομάδα. Έξω από την Αθηνά, σε κάποιες περιοχές υπήρχαν και σχολεία και ο Γιάννης θυμήθηκε τους συμμαθητές του. Τι να έκαναν άραγε; Επίσης ήταν ημέρα του Άγιου Βαλεντίνου και στο δρόμο φαίνονταν πολλά αγόρια που καθυστερούσαν να πάνε σχολείο προφανώς για να κάνουν έκπληξη στις αγαπημένες τους ή να τους αγοράσουν κάτι. Οι περιοχές από τις οποίες περνούσαν ήταν γεμάτες πράσινο και θάλασσα. Ήταν κάτι που δεν το είχε ξαναδεί γιατί τα τελευταία 3 χρόνια πηγαίνει στην Αθηνά καθαρά για «επαγγελματικούς» σκοπούς.
     Μόλις έφτασαν στο ξενοδοχείο συναντήθηκαν με την υπόλοιπη ομάδα κι επειδή δεν είχαν τίποτα να κάνουν μαζεύτηκαν όλοι ε ένα δωμάτιο και λίγο μιλούσαν λίγο παρακολουθούσαν τους Χειμερινούς Ολυμπιακούς Αγώνες στην τηλεόραση. Ευτυχώς είχε λίγη παρέα και ξέχασε το άγχος των αγώνων και των εξετάσεων. Το ξενοδοχείο, αν και μικρό, ήταν ικανοποιητικό όπως και το μεσημεριανό που έφαγαν στο κοντινότερο εστιατόριο της περιοχής. Το μεσημέρι ήταν η μόνη περίοδος της ημέρας που μπόρεσε να ξεκουραστεί αφού κοιμήθηκε για λίγο.
     Όμως μετά έφτασε η ώρα που θα πήγαιναν στο κολυμβητήριο για τους αγώνες  ήταν μικρότερο απ’ ό,τι περίμενε, αλλά αυτό δεν τον πτόησε. Τα αποδυτήρια ήταν κι αυτά μικρά και δεν χωρούσαν πολλά άτομα. Όταν μπήκε στο νερό για προθέρμανση ένιωθε βαρύς και δεν μπορούσε να κολυμπήσει αλλά μετά από λίγα λεπτά βρήκε ξανά τη φόρμα του. Όμως ακόμα δεν ήταν σίγουρος για το τι θα κάνει στους αγώνες ή μάλλον τι θα μπορέσει να κάνει.
     Πριν αρχίσουν οι αγώνες, μαζεύτηκε με την ομάδα στις κερκίδες και ήρθε ένας παλιός κολυμβητής που τώρα κολυμπά για το Παλαιό Φάληρο. Όλοι είπαν του Γιάννη πως μπορούσε να πάρει ένα μετάλλιο. Προτού φωνάξουν τις σειρές απ’ τα μεγάφωνα  είδε ένα φίλο του απ’ το Ηράκλειο που θα έπεφτε κι αυτός το ίδιο αγώνισμα. Μίλησαν λίγο, του είπε το ειδικό του πρόγραμμα και ευχήθηκαν ο ένας στον άλλο καλή επιτυχία.
      Όταν ακούστηκε το όνομά του απ’ τα μεγάφωνα, άρχισε να τον κυριεύει το άγχος όπως πάντα πριν πέσει. Σκεφτόταν «αυτό είναι, ώρα να δείξω τι μπορώ να κάνω». Έλεγξε άλλη μια φορά το σκουφάκι, τα γυαλάκια και το μαγιό μήπως κάτι δεν πάει καλά. Όλα ήταν έτοιμα. Ο αφέτης σφύριξε για να ανέβουν όλοι στους βατήρες. Ο Γιάννης πήρε μια βαθιά εισπνοή και μετά εκπνοή. Από τη στιγμή που ο αφέτης είπε «λάβετε θέσεις» έως τη στιγμή που θα ακουγόταν η κόρνα για την εκκίνηση πέρασε περισσότερος χρόνος από άλλες φορές. Γιατί όλοι έπρεπε να μείνουν ακίνητοι και στο Γιάννη φάνηκε ότι πέρασαν αιωνιότητας μέχρι την εκκίνηση. Έφυγε τελευταίος από την εκκίνηση, επειδή πάντα αργούσε λίγο περισσότερο από τους άλλους. Πάλευε να κρατηθεί στην πρώτη τριάδα για να πάρει ένα μετάλλιο και μέχρι τα 40 μέτρα τα κατάφερνε πολύ καλά. Όμως μετά ένιωσε ένα πόνο στα χέρια. Αμέσως κατάλαβε ότι δεν μπορούσε να κάνει τίποτα παρά να συνεχίσει. Τα χέρια του δεν πήγαιναν όπως στην αρχή ήταν σαν να γύριζαν μόνα τους, μηχανικά. Συνεχώς σκεφτόταν «όχι, γιατί πάλι γιατί σε μένα!». Τελικά, κατάφερε να τερματίσει αλλά ο στόχος για την τρίτη θέση είχε κάνει φτερά για μόλις 14 εκατοστά του δευτερόλεπτου! Δεν μπορούσε να το πιστέψει!
     Βγήκε έξω απ’ το νερό, είδε λίγο τους φίλους του να αγωνίζονται και έφυγε με σκυμμένο το κεφάλι. Ήθελε να κλάψει, να τα σπάσει όλα και γενικώς να κάνει ό,τι τρέλα του κατεβεί απ’ το κεφάλι. Όμως σκέφτηκε ότι ακόμα βρισκόταν στη μέση του ειδικού προγράμματος του και έπρεπε να φανεί δυνατός. Τουλάχιστον είχε τελειώσει το ένα μέρος. Στο δρόμο της επιστροφής έκαιγε μάλλον εξαιτίας της αδρεναλίνης, αλλά ένιωθε κουρασμένος. Ευτυχώς συνάντησε αυτός και ο πατέρας του ένα γείτονα τους που είχε ένα μαγαζί κάτω απ’ το σπίτι τους. Το ταξίδι της επιστροφής ήταν κι αυτό ήρεμο όμως έφτασε σπίτι κατά τις 11 το βράδυ. Τότε είχε τελειώσει οριστικά το πρώτο μέρος του προγράμματος.
     Μόλις μπήκε στο σπίτι είδε ότι η μητέρα του είχε κόψει τα δάχτυλα της και τα είχε τυλιγμένα σε επίδεσμο. Τη ρώτησε πώς κατάφερε να κάνει κάτι τέτοιο και του απάντησε ότι πήγε να καθαρίσει καρότα σε ένα καινούριο μηχάνημα. Ο ίδιος δεν είχε την ψυχική δύναμη να της συμπαρασταθεί κανονικά, καθώς δεν υπήρχαν πολλά χρονικά περιθώρια.
     Το επόμενο πρωί σηκώθηκε για να δώσει τις εξετάσεις γερμανικών. Αυτή τη φορά πήγε με την καθηγήτριά του στο Ηράκλειο. Δεν είχε περάσει μια μέρα από τότε που είχε ξαναβρεθεί. Δεν ήταν κανένας γνωστός του στο ξενοδοχείο στο οποίο θα έδινε εξετάσεις, ωστόσο έτσι θα μπορούσε να συγκεντρωθεί. Το ξενοδοχείο ήταν πολύ ωραίο εσωτερικά, πολύ περιποιημένο. Όλα τα παιδιά που βρίσκονταν εκεί μιλούσαν μεταξύ τους, διάβαζαν κόλλες με σημειώσεις τους όπως κι ο Γιάννης. Όμως ο νεαρός είχε μια παράξενη σιγουριά. Ένιωθε άνετος.
     Προτού αρχίσουν οι εξετάσεις, είχαν μαζευτεί όλοι σε μια αυλή του ξενοδοχείου, δίπλα σε μεγάλες αίθουσες και μια πισίνα. Τότε ο Γιάννης θυμήθηκε τους φίλους του στην Αθηνά και τους ευχήθηκε καλή επιτυχία. Είχε το κλασσικό άγχος πριν από οποιαδήποτε εξέταση, όμως μια επιτηρήτρια έμοιαζε με μια παλιά του καθηγήτρια από το Γυμνάσιο και τον έκανε να γελάσει. Μόλις μπήκαν μέσα σε μια μεγάλη αίθουσα κάθισαν όλοι σε διαφορετικές σειρές. Αυτός κάθισε στο προτελευταίο τραπέζι μαζί με ένα κορίτσι. Είχε πάρει μαζί του δυο μαρκαδοράκια για να γράψει στις εξετάσεις, αλλά του πρότειναν να γράψει με ένα στυλό που επιτηρητές του έδωσαν. Ο ίδιος δεν κατάλαβε το λόγο, αλλά δεν τον ένοιαζε και πολύ.
      Το πρώτο μέρος ήταν το ακουστικό. Του φάνηκε αρκετά δυσκολότερο απ’ ό,τι εκείνα που είχε κάνει στα μαθήματα, αλλά τουλάχιστον καταλάβαινε λέξεις-κλειδιά και δεν ήταν όπως το ακουστικό των αγγλικών εξετάσεων. Μετά που τελείωσαν όλοι, κανείς δε βγήκε έξω αφού 10 λεπτά αργότερα άρχισε το δεύτερο μέρος που ήταν οι εκθέσεις. Εκεί τα θέματα ήταν λίγο παράξενα αλλά ο Γιάννης ήταν σίγουρος γι’ αυτά που έγραφε. Μόλις τελείωσαν όλοι αυτό το μέρος, βγήκαν διάλειμμα. Ο Γιάννης ήταν κάπως μουδιασμένος και κουρασμένος όμως χαρούμενος γιατί είχε φτάσει σχεδόν στη μέση. Το τρίτο και τελευταίο μέρος για το πρωί ήταν η κατανόηση κειμένου. Εκεί ήταν όλα δύσκολα. Κάποια δεν έλεγαν ξεκάθαρα την απάντηση μέσα στο κείμενο, αλλά την ερώτηση και έτσι ο Γιάννης έγραψε ό,τι πίστευε ότι ήταν σωστό.       
      Το τελευταίο μέρος ξεκίνησε το απόγευμα με καθυστέρηση. Ήταν τα προφορικά. Ο Γιάννης εξαιτίας του επιθέτου του βρισκόταν στην τελευταία οκτάδα του πρώτου γκρουπ. Όλη την ώρα σκεφτόταν ότι έφταναν στο τέλος, αλλά αργούσαν πολύ. Όταν τους έδωσαν τα θέματα, είχε χρόνο λιγότερο από 10 λεπτά να κάνει σημειώσεις για ένα  υποτιθέμενο πρότζεκτ για τη φύση και τη συνεννόηση νέων με ηλικιωμένους. Όταν τελείωσαν οι σημειώσεις υπήρξε πάλι αναμονή, γιατί αργούσε να τελειώσει το ζευγάρι πριν απ’ το δικό του. Ο Γιάννης είχε ως συνεργάτη ένα κορίτσι που ήταν μισή Ελληνίδα, μισή Αυστριακή και του φάνηκε ότι δε θα πάει τόσο καλά το προφορικό. Οι δυο τους ήταν το τελευταίο ζευγάρι που μπήκαν για να αρχίσουν τις εξετάσεις. Οι δυο εξεταστές, ένας άνδρας και μια γυναίκα, ήταν πολύ ευγενικοί μαζί τους. Ο Γιάννης δεν αγχωνόταν πια, μίλησε ελεύθερα σαν ένας Γερμανός που απλώς είχε το εξωτερικό ελληνικό στοιχείο. Παρά τη δυσκολία των θεμάτων μίλησε άψογα Γερμανικά καλύτερα ακόμα και απ’ το κορίτσι!
     Όταν βγήκε απ’ το δωμάτιο εκείνο ήταν χαρούμενος τόσο που ένιωθε ότι πετάει στα σύννεφα και ήταν ο καλύτερος Έλληνας στα γερμανικά όχι επειδή είχε τελειώσει, αλλά γιατί μίλησε υπέροχα. Αργότερα, όταν συνειδητοποίησε ότι είχε τελειώσει ήταν ακόμα πιο χαρούμενος. Μπορούσε μόνο να περιμένει τα αποτελέσματα.
     Την ημέρα που ήταν να επιστρέψει στο σχολείο αρρώστησε μάλλον από την υπερκόπωση και την υπερπροσπάθεια. Είχε υψηλό πυρετό και γύρισε στο σχολείο μια βδομάδα αργότερα για να γράψει τα διαγωνίσματα που είχαν απομείνει και να τελειώσει το τρίμηνο. Ευτυχώς πέρασαν κι αυτά και πέρασε το πτυχίο με 80% συνολικό βαθμό. Δεν μπορούσε να πιστέψει το αποτέλεσμα!
     Η γενναία του απόφαση να κάνει αυτή την παράτολμη πράξη, δηλαδή να λάβει μέρος και σε αγώνες και σε εξετάσεις, αποδείχθηκε ιδιαιτέρως καλή και γεμάτη σε εμπειρίες. Απ’ τη μια υπήρξε στα μάτια του η απόλυτη καταστροφή και απ’ την άλλη η ευτυχία. Ενώ φαίνεται ότι τέτοια διλήμματα αρχικά σε «σκοτώνουν» εντούτοις μπορούν και να σε δικαιώσουν! 

Γιάννης Τσαμπανάκης

Τετάρτη, 7 Μαΐου 2014

Χωρίς ευγένεια ποιος να μιλήσει μπροστά στην αγάπη

Σου γράφω με όση ευγένεια μου έχει απομείνει….
Κάπου στα δικά της θεμέλια σ' αντικρίζω φωνάζοντάς μου να ισορροπώ…
Την χάνω την ευγένειά μου.
Τίποτα δεν μου λείπει πολύ !!!
Λίγο, μονάχα λίγο, όσο και η ευγένειά μου ακόμα υπάρχει….
Αν τη χάσω, ΣΕ χάνω ….δεν το μπορώ!!!
Φαντάσου έναν άνθρωπο δίχως ευγένεια και δίχως εσένα ….
Σα να μη λέγεται άνθρωπος !!!
Και κάπου εδώ αληθεύουν εκείνες οι ώρες….
Τα θλιμμένα βλέφαρα που χτυπούσαν στον κάθε σου χτύπο…
Δεν υπερβάλλω, θυμήσου….
Όταν έκλεισα αυτή την πόρτα φώναξα…

Δίχως σου θα χαθώ στην πορεία…..!!!!

Ποιος να μιλήσει πρώτος μπροστά στην αγάπη
Ποιος θα τολμήσει να διακόψει εκείνο το όνειρο
Ποιος άπιστος θα ξεγελάσει την πιο αιώνια πίστη
Ποιος ρεαλισμός θα βρεθεί να πει πως είναι σωστός
Πόσα ψέματα θα ξεγελάσουν την αθωότητά σου
Ποιος θα σου πει πως όποιος ενοχλήσει την αγάπη διαπράττει φόνο
Με τι λόγια να σου εξηγήσω πως πέρα απ την αγάπη μου θα σου αφηγούμαι συνεχείς πτώσεις

Όταν σ' αγαπώ θα σου μιλάω για χρώματα και σταγόνες βροχής
Όταν σ' αγαπώ θα σου απαντώ με χαμόγελα
Όταν σ' αγαπώ δε θα ρθω καν….
  Θα βρίσκομαι σαν υπομονή στο πλευρό σου…
Και θα με βλέπεις πιο όμορφα και απ' τον πιο ηλιόλουστο κήπο
  Θα συναντήσει η ευγένειά μου την παντοτινή ευγένεια της ψυχής σου
  Τότε θα αρχίσω να λέγομαι άνθρωπος….Με δυο ζευγάρια μάτια και τον υπέρτατο σεβασμό της ζωής σου…
                      Ευχαριστώ,  που αντικρίζω το ασφαλέστερο μέρος σου….!!!